Αφιέρωμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου, για τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή.

Αφιέρωμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου, για τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή.
Επιμέλεια: Νίκος Νικολάου – Αντώνης Αγγελής

Ογδόντα χρόνια συμπληρώθηκαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το ξεριζωμό του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας από τις πατροπαράδοτες εστίες του. Δεκάδες βιβλία εκδόθηκαν, για να εξιστορήσουν τα δραματικά εκείνα γεγονότα, να αναλύσουν τις αιτίες που τα προκάλεσαν και να αποκαλύψουν κάθε γνωστή και άγνωστη πτυχή του δράματος των εκατοντάδων χιλιάδων ξεριζωμένων, που πήραν το δρόμο της προσφυγιάς.

Κάθε πρόσφυγας και μια ξεχωριστή ιστορία, αλλά κοινός ο καημός και το όνειρο της προσφυγιάς για όλους: O νόστος για τις, μικρές και μεγάλες, αλησμόνητες, χαμένες πατρίδες κι η ελπίδα ότι, κάποτε, θα ξαναγυρίσουν στη γη των προγόνων τους, για να πάρουν πίσω αυτά που τους ανήκαν, το βιός τους το ίδιο.
Όμως, άνθρωποι του μόχθου και της προκοπής, καθώς ήταν όλοι, δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Στις νέες τους πατρίδες εργάστηκαν σκληρά και αδιάκοπα, και πέτυχαν να ξεχωρίσουν σ’ όλους τους τομείς της ζωής, να ενσωματωθούν στις τοπικές κοινωνίες, να μεταδώσουν το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, τις τέχνες και τα γράμματα.

Τι το καινούργιο, λοιπόν, μένει να πει κανείς,
που δεν έχει ως τα τώρα ειπωθεί ή δεν έχει γραφτεί;

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο ελάχιστα έχουν γραφτεί για τη Μικρασιατική καταστροφή σε σχέση με τη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα, κι όμως ξεφυλλίζοντας τα κιτρινισμένα φύλλα των παλιών τοπικών εφημερίδων της Ρόδου, τη “Νέα Ρόδο” και προπάντων τη “Ροδιακή”, την περίοδο, πριν και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βρίσκεις μπροστά σου στοιχεία που δεν περιμένεις να βρεις σε έντυπα που σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς μοναδικό στόχο είχαν, με το πρόσχημα της πληροφόρησης, να κρατήσουν ψηλά το φρόνημα του υπόδουλου στους Ιταλούς Δωδεκανήσιου, γράφοντας στη γλώσσα του, και κάνοντάς τον να διαβάσει, μέσα από τις γραμμές της λογοκριμένης, πολλές φορές, είδησης, την πορεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Να μάθει για τα επιτεύγματά του, τις θριαμβευτικές του νίκες στους βαλκανικούς πολέμους, τη συμμετοχή του στο διπλωματικό τραπέζι των νικητών του A΄ Παγκόσμιου πολέμου, δίπλα σε χώρες δυσανάλογα μεγάλες και οικονομικά ισχυρές και να ονειρεύεται και τη δική του εθνική αποκατάσταση.

Που από μια μοναδική και μόνο ιστορική συγκυρία, αυτό δεν το πέτυχε στους βαλκανικούς πολέμους, αφού, τι τραγική ειρωνεία της τύχης, για λίγους μόνο μήνες, ιταλικής κατοχής, τα Δωδεκάνησα βρέθηκαν, ως ενέχυρο, στη δίνη του διπλωματικού παρασκηνίου, την ίδια ώρα που ο θριαμβευτής ελληνικός στρατός και στόλος ελευθέρωναν τη μια μετά την άλλη τις πόλεις και τα νησιά της Ελλάδος.

Κι όμως η ελπίδα όχι μόνον δεν χάθηκε, αλλά παρέμεινε άσβεστη καθ’ όλη τη διάρκεια του Β! Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι τη δικαίωση των αγώνων και των θυσιών της μάνας πατρίδας.

Και κάποια στιγμή το όνειρο γενεών και γενεών, φάνηκε να γίνεται πραγματικότητα. Μέχρι το 1920, αλλά και λίγο μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, γλυκοχάραζε και για τα Δωδεκάνησα η αυγή της λευτεριάς και η ελπίδα για την ένωση με την Ελλάδα, ήταν, κάτι παρά πάνω από, βάσιμη και υπαρκτή.

Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, δυο μόλις χρόνια μετά, για να σβήσουν και πάλι μέσα στις στάχτες του Ελληνισμού οι ελπίδες για εθνική αποκατάσταση των Δωδεκανήσων.

Κι αυτή τη φορά με ένα τίμημα τόσο μεγάλο, που όμοιό του δεν γνώρισε η Ελλάδα στην τρισχιλιετή ιστορία της. Ένα μεγάλο κομμάτι του απόδημου Ελληνισμού, το πιο ζωντανό, το πιο δημιουργικό, το πιο ακμαίο οικονομικά και πνευματικά, ξεριζώθηκε από τις εστίες του. Πόλεις κάηκαν, άνθρωποι αθώοι και ανυποψίαστοι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να βρουν πλοίο να φύγουν από τον όλεθρο και την καταστροφή, γυναίκες βιάστηκαν, παιδιά χάθηκαν από της μάνας τους την αγκαλιά και πολλά απ’ αυτά ποτέ δεν ξανάσμιξαν. Περιουσίες ολόκληρες έγιναν πλιάτσικο στα χέρια των εξαγριωμένων τσέτηδων.

Μέσα σε λίγες βδομάδες η προσφυγιά πλημμύρισε την Ελλάδα. Ποτάμι η αθλιότητα, θάλασσα ο πόνος. Πρόσωπα με την απόγνωση ζωγραφισμένη, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα, φτάσανε κρατώντας το μπογαλάκι της δυστυχίας. Κάποιο ρούχο, μια παλιοκουβέρτα ή κουρελού ακόμα, κι ένα σακί, μόνη περιουσία που τους απόμεινε, ήταν ό,τι πια μπορούσαν να επιθυμούν και να ελπίζουν.

Τι να πρωτοθυμηθούν; Τους δικούς τους που δεν μπόρεσαν να φύγουν, τις πολιτείες τους και τα χωριά τους, το πηγάδι με το κρύο νερό, το σπιτικό τους τ’ αμπέλι τους, το χωράφι τους, τα καπνοτόπια τους, ακόμα και τη γλάστρα, στην αυλή τους;

Γι’ αυτούς η Μικρασία ήταν ο χαμένος παράδεισος.

Πολλοί πρόσφυγες Δωδεκανήσιοι και μη, ήλθαν στη Ρόδο. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς, μετά από λίγες μέρες, πήγαν να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη της Ελλάδος, αφού πρώτα γνώρισαν μια στοιχειώδη περίθαλψη και τη ζεστή ροδίτικη φιλοξενία, των Ροδιτών που από το υστέρημά τους, συμμετείχαν σε όλους τους εράνους για τις βασικές ανάγκες των προσφύγων.

Οι πρόσφυγες Δωδεκανησιακής καταγωγής έμειναν. Έμειναν και πρόκοψαν και σήμερα πολλοί απ’ αυτούς, είναι επίλεκτα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ας είναι πάντα καλά.

Αυτό είναι λοιπόν το καινούργιο στοιχείο που, πιστεύουμε, αξίζει τον κόπο να αναδείξουμε. Πώς δηλαδή η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα, μέσα στον αγώνα και την αγωνία τους για τη δική τους λευτεριά, παρακολουθούσαν, με κομμένη την ανάσα τις διεθνείς εξελίξεις, και την ίδια ώρα κάτω από ένα καθεστώς κατοχής, μπόρεσαν και βρήκαν τη δύναμη ν’ απλώσουν το χέρι στους αδελφούς της απέναντι ακτής, γόνους ενός πανάρχαιου πολιτισμού, που ενώνει όλους τους ζώντες στα παράλια και στα νησιά του αιγαίου πελάγους.

Μέσα λοιπόν από τις σελίδες των τοπικών μας εφημερίδων, θα επιχειρήσουμε ένα σύντομοΟδοιπορικό, ξεκινώντας από τις πρώτες μέρες της παρουσίας του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, όνειρο και προσμονή αιώνων, για τον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας, ξεφυλλίζοντας σύντομα τις δραματικές σελίδες του μικρασιατικού δράματος και καταλήγοντας στα πρώτα χρόνια μετά τη συνθήκη της Λοζάννης, όταν οι πρόσφυγες προσπαθούσαν να επουλώσουν τις πληγές τους και οι Δωδεκανήσιοι έμελλε να περιμένουν μέχρι το 1945 για να δουν να αχνοφέγγει και γι’ αυτούς η λευτεριά και τις 7 του Μάρτη του 1948 για να ενσωματωθούν ουσιαστικά και τυπικά στη μητέρα Πατρίδα.

Read More