Δύο κείμενα, από το βιβλίο του αείμνηστου Αντώνη Βρατσάλη “Νιοχωρίτικα”, (Ρόδος-1990) με τίτλους “Αποκριές” και “Καθαρή Δευτέρα”.

Δύο κείμενα, από το βιβλίο του αείμνηστου Αντώνη Βρατσάλη “Νιοχωρίτικα”, (Ρόδος-1990) με τίτλους “Αποκριές” και “Καθαρή Δευτέρα”.

vratsalisΟ Αντώνης Βρατσάλης (1921-1986) μεγάλωσε και έζησε όλα του τα χρόνια στο Νιοχώρι και από πολύ μικρός ασχολήθηκε με την καλλιτεχνική τυπογραφία, στην αρχή ως υπάλληλος και αργότερα ως επαγγελματίας τυπογράφος στο δικό του τυπογραφείο, την “Τέχνη”. Αυτοδίδακτος, υπήρξε από τους πρώτους σχολιαστές και χρονογράφους και ένας από τους πιο σημαντικούς εργάτες της πέννας στα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης. Στο βιβλίο του “Νιοχωρίτικα”, που εκδόθηκε από τα παιδιά του, μετά το θάνατό του, αναδίδεται ατόφια η ατμόσφαιρα της εποχής του μεσοπολέμου και λίγο πιο πέρα, με γλαφυρό και πρωτότυπο ύφος και παραστατικότητα. Τα κείμενά του “Αποκριές” και “Καθαρή Δευτέρα” αποτελούν ζωντανό χρονικό των εθίμων της εποχής, που χωρίς τη δική του καταγραφή, ίσως να μην είχε διασωθεί πολύτιμο ιστορικό και λαογραφικό υλικό.

Αποκριές

“Από πολύ παλιά, μέχρι και την εποχή του μεσοπόλεμου, η Ρόδος ολόκληρη-χωριά μαράσια και πόλη-γλεντούσε και χόρευε πολύ την Αποκριά.
Εχτός από τις οργανωμένες μαρασιώτικες αποκριάτικες χοροεσπερίδες των Συλλόγων του Διαγόρα, της Εργάνης Αθηνάς και της Προόδου Νεοχωρίου, για φιλανθρωπικούς σκοπούς στο Βενετόκλειο και στο Αμαράντειο και ακόμα το μεγάλο επίσημο χορό του Καρναβαλιού- τον Μπάλο ιν Μάσκερα- στο υπερπολυτελές Αλμπέργκο ντελλε Ρόζε, όπου η ροδίτικη αριστοκρατία και οι κυβερνητικοί στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι ξεφάντωναν μέχρι πρωίας με καρναβαλίστικες στολές, πανάκριβες τουαλέτες και μικρές χρωματιστές μάσκες, χορεύοντας στους ήχους της περίφημης ορχήστρας των μαέστρων Αλμπεργκιέτι και Βένγκους, ο πολύς κόσμος, μικροί και μεγάλοι ντυμένοι καμουζέλες γιόρταζαν πολύ τις αποκριάτικες μέρες.
Προπαντός την τελευταία βδομάδα της Αποκριάς πολύ τη χαιρόντουσαν τα μαρασιώτικα σπίτια. Ιδιαίτερα οι γυναίκες τις τελευταίες βραδιές της Τυρινής, διώχναν τη σοβαρότητα της καθημερινότητας και μασκαρεμένες με αταίριαστα και παρδαλά παλιόρουχα, μουζωμένες ή μουρωμένες με κάλτσες και με καμπούρα στη ράχη ξεπόρτιζαν νυχτιάτικα παρέες-παρέες και βαρούσαν με μπαστούνια τις πόρτες των σπιτιών και πειράζαν στα σοκάκια τους περαστικούς.
Έτσι βρίσκαν την ευκαιρία κι αυτές, μια φορά το χρόνο, αγνώριστες όπως ήταν, να κοροϊδέψουν όλα τα χούγια και τα κουσούρια των αντρών και με τολμηρές χειρονομίες και τσαλίμια κρατώντας γδόχερα και σκορδοστούμπια περίπαιζαν τους αρσενικούς και τον ανδρισμό τους.
Στο Νιοχώρι, το αποκορύφωμα της Αποκριάς ήταν το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής, όταν οι ωραίες και παρδαλές καμουζέλες γυρόφερναν τα καλντερίμια, σκορπίζοντας το γέλιο με τα καμώματά τους, αλλά και τον ψευτοφόβο που προκαλούσαν στα κοριτσόπουλα που παρακολουθούσαν στις ξώπορτες ή ακουμπισμένα στα πρεβάζια των παραθύρων, τους κατάμαυρους από την μουζούρα των τσουκαλιών αράπηδες, τους αρκουδάνθρωπους με τις προβιές, τις γαϊδουροκέφαλες μουσκάρες και τις τερατώδεις αγριομουτσούνες.
Το Νιοχώρι όμως φημιζόταν ακόμα για τις σπαρταριστές παραστάσεις που σκάρωναν γνωστοί γλετζέδες και για τους λαϊκούς χορούς στα σταυροδρόμια και τις πλατειούλες, όπως το γαϊτανάκι στο ρυθμό του βαλς και της μαζούρκας και τον Αρκουδιάρικο χορό με την αλυσσοδεμένη καμουζέλα-αρκούδα να χοροπηδά στους χτύπους του τσιγγάνικου ντεφιού”.
“…Τη μεγαλύτερη κίνηση την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, απ΄ όπου έπρεπε να περάσουν σαν σε παρέλαση όλες οι καμουζέλες που κατέβαιναν από τα Πάνω Μαράσια, είχε ο δρόμος της Καμάρας. Περνώντας από τους καφενέδες γεμάτους παρέες που κουτσόπιναν και αστειεύουνταν, ομάδες κανταδόρων με κιθάρες και μαντολίνα, υμνούσαν τις ομορφάδες της Ραμόνας και τις τσαχπινιές της Ριρίκας και μακάριζαν τους έρωτες του ξελογιασμένου Μπάρμπα Γιάννη του Κανατά.
Εμφανίζονταν κι ο γνωστός τσαγκάρης, τραγουδιστής, κιθαρίστας και θεατρίνος Γιάβας κάμνοντας το Σαρλώ με το καλαμένιο μπαστουνάκι και το κωμικό περπάτημα. Κι ο κόσμος ξεσπούσε στα γέλια με τα καμώματα του Γιάβα που σταματούσε τα’ αυτοκίνητα για να ξύσει τη φαγούρα της ράχης του στο μπροστινό καπό της μηχανής”.
“…Κατέβαιναν κι από τα Τριάντα οι γνωστοί Τριαντενοί γαλατάδες καβάλλα στα ποδήλατα, μασκαρεμένοι με μακριά βαμμένα μαύρα σώβρακα, φανέλλες και κουκούλες σαν διαβόλοι με κέρατα και μακριά ουρά και φοβερίζαν τα παιδιά και τις γυναίκες, χτυπώντας αστεία τα κεφάλια όλων με φουσκωμένες βοδινές κατρουλόφουσκες.
Οι Σμυρνιοί του Νιοχωριού είχαν κι αυτοί τον γουστόζικο τύπο τους, τον Ματαίο Ντιλέρνια τον μπογιατζή που γινόταν “κουδουνάτος” και ντύνουντα βυζανιάρικο μωρό με άσπρη δαντελένια σκούφια, σαλιαρίστρα, με μια μπουκάλα ούζο για μπιμπερό στο στόμα, μέσα σε μωρουδιακό καροτσάκι που τόσερνε μια τριχωτή νταρντάνα μουστακαλού νταντά που βασανίζουντα ν’ αλλάξει τις πάνες και το μουσκεμένο βρακάκι-σωβράκα του μικρομέγαλου μωρού που τσίριζε.
Ωστόσο η παλιά Αποκριά στην κατοχική περίοδο είχε και την εθνική της διάσταση. Με την ευκαιρία του μασκαρέματος πολλοί τολμηροί νέοι, στα χωριά και μέσα στην πόλη, παρά την παρακολούθηση των καραμπινιέρων, αψηφώντας τους, ντυνόντουσαν φουστανελάδες σαν ήρωες του 21 και τα σχολιαρόπαιδα σαν τα ευζωνάκια της Αγιάς Σοφιάς πούλεγε το σχολικό τους τραγουδάκι. Έτσι ντυμένος Έλληνας φουστανελάς με τη κουμπούρα στο σελάχι και το γιαταγάνι ζωσμένο στη μέση εμφανίζουντα το λεβεντοπαλίκαρο ο Γιάννης Καλλιγάς, ο καλαϊτζής πούταν το πιο δυνατό παλικάρι της εποχής του και γύριζε επιδεικτικά όλα τα μαράσια. Κι ο κόσμος καμάρωνε την παλικαροσύνη του και τον χειροκροτούσε.
Όλες αυτές οι καμουζέλες τραβούσαν για το τέρμα του δρόμου της Καμάρας του Νιοχωριού έξω από το σπίτι του Σταυρή του Σταυρινίδη στον Πάνω Γιαλό όπου γινόταν πανδαιμόνιο κεφιού. Εκεί μικροί- μεγάλοι αλληλομπουκώνονταν χαρτοπόλεμο, γεμίζαν τα μαλλιά, τα στήθια κι οι πλάτες των κοριτσιών χρωματιστά χαρτάκια που κατεβαίναν ενοχλητικά μέχρι τα βρακιά και αλληλοδένουνταν με πολύχρωμες κορδέλες σερπαντίνες.
Ξημερώματα καθαρή Δευτέρα, ο δρόμος της καμάρας κι η γειτονιά του Πάνω Γιαλού έμοιαζε πολύχρωμο μωσαϊκό από τον χαρτοπόλεμο. Κι οι παλιοί νιοχωρίτες κι οι μαρασιώτες θυμούνται ακόμα με νοσταλγία την γλυκειά αγύριστη εποχή της νιότης με τους ανοιχτόκαρδους εκείνους γλεντζέδες που χάριζαν τη χαρά και ομόρφαιναν με τις καμουζέλες τις παλιές αξέχαστες Αποκριές”.

Καθαρή Δευτέρα

“Η Καθαρή Δευτέρα, όπως κι αν ξημέρωνε, με λιακάδα ή με συννεφιά, με κρύο ή με βροχή, ήταν πάντα μια γιορτινή μέρα που την περίμεναν όλοι με λαχτάρα. Γιατί είχε τη χαρά της εξοχής και την γλυκάδα της προσμονής των θρησκευτικών ημερών της σαρακοστής. Είχε μέσα της την ιλαρότητα των εσπερινών των Δυνάμεων, τη μεγαλοπρέπεια των Χαιρετισμών, τη χαρά του Ευαγγελισμού, τη μυστικοπάθεια του Νυμφίου με τις πέντε φρόνιμες και τις πέντε ελαφρόμυαλες παρθένες σύμβολα ζωής της κάθε εποχής.
Από πολύ πρωί ξεκινούσαν οι φαμελιές με τις καλάθες γεμάτες νηστίσιμα φαγητά, σαρακοστινά μεζελίκια, τρουσιά, ελιές, ταραμάδες, ξεροχτάποδα, μουηλούδες και χαλβάδες. Οι γυναίκες την εποχή εκείνη είχαν μετρημένες ευκαιρίες για να ξεδώσουν από την καθημερινή κλεισούρα του σπιτιού. Γι’ αυτό η έξοδος της “Καθαρής” στο Μόντε Σμιθ, στο Κορακόνερο, στα Πευκάκια του Ροδινιού, στην Παναγιά τη Λουβιαρίτσα και στο νιοχωρίτικο ξωκκλήσι των Τριών, ήταν μια ευκαιρία να αναπνεύσουν κι αυτές βουνίσιο αέρα όπως έλεγε και το πονηρό δίστιχο:
“Και την Καθαρή Δευτέρα, παίρνουν τα βρακιά αέρα”.
Εκεί στις εξοχές, πάνω στο χορταράκι στρώνουνταν τα τραπεζομάντιλα, αδειάζαν οι καλάθες με τα σαρακοστιανά, σμίγαν οι γνωστές φαμελιές, καλούσαν να “κοπιάσει” η μια την άλλη κι αντάλλαζαν φαγιά, κρεμμυδάκια και ραπανάκια για την όρεξη, κρασί και μαστίχα, τραγούδια κι αστεία, ξεδιψώντας στο παραθαλάσσιο Κορακόνερο από το κρύο νερό της βρύσης που πίναν οι βραχνοί κοράκοι, απ’ όπου πήρε και τα’ όνομα το μέρος με την πηγή του μέχρι τους πέρα βράχους με το θεραπευτικό Τσιλόνερο.
Και στα ψηλά Πευκάκια με το ελαφρό νερό του Ροδινιού, στη Λουβιαρίτσα με το νερό που τραβούσαν με το σκοινί και τον κουβά από το φλετρό της αυλής της Φανερωμένης και στους Τρείς με το “αγίασμα” ανεβασμένο με τη σίκλα του μοναστηριού.
Πολλές νιοχωρίτικες φαμίλιες, γιόρταζαν την “Καθαρή” στο περιγιάλι με τις βραχοσπηλιές του Προύσαλη, κάτω από το καφενεδάκι του γέρου Σταυρή Κοκόλη. Κι αν ήταν ο καιρός καλός κι η θάλασσα γαλήνια, οι νέοι βουτούσαν και βγάζαν με τα πιρούνια, μπόλικους αυγωμένους αχινούς, ξανθούς και μαύρους, από τις Κάτω Πέτρες.
Καθαροδευτέρα κάμναν και στο καταπράσινο φλετρουδάκι, όπως λέγαν τον απλόχωρο κάμπο με το φλετρό, πίσω από το εκκλησάκι του Άη Νικόλα του Πάνω Γιαλού. Εκεί ξετυλίγαν κατάχαμα, στο μαλακό χορταράκι, τις αρχαγγελίτικες ψάθες, αράδιαζαν πάνω τα φαγιά και την πατροπαράδοτη νερόβραστη ξιδάτη ή λεμονάτη φαδουλάδα και τα νηστίσιμα μεζελίκια, ξάπλωναν ή κάθιζαν σταυροπόδι κι αρχινούσαν το πρώτο σαρακοστινό φαγοπότι, ξεδιψώντας, κάθε λίγο, με το τρεχούμενο νερό του φλετρού, που κατέβαινε από το αντικρυνό Μόντε Σμιθ.
Το απόγευμα, λίγο πριν να γύρει ο ήλιος, με ξελαφρωμένες τις καλάθες γεμάτες τώρα με χόρτα του βουνού, ραδίκια και πασηλοϊτικα, που φρόντισαν να μαζέψουν με το μαχαίρι οι καλές νοικοκυρές για το αυριανό τραπέζι, την ώρα που ροχάλιζαν με ανοιχτό το στόμα οι άντρες χορτάτοι από τα σαρακοστινά και ζαλισμένοι από το πιοτό και ρέβουντα φχαριστημένοι, κατηφόριζαν όλοι με παραφουσκωμένα στομάχια από τα νηστίσιμα για να προλάβουν τον “Δυνάμεων” στις εκκλησιές. Κι οι καμπάνες όλων των μαρασιών σήμαιναν μονόηχα και παρακλητικά…
Με πόση, αλήθεια, κατάνυξη πλημμύριζαν τις ψυχές οι ψαλμωδίες εκείνες μέσα στο γλυκό φως του εσπερινού πούμπαινε χρωματισμένο από τα πολύχρωμα τζαμάκια που αντιφέγγιζαν τις αχτίνες του δειλινού στους φεγγίτες της εκκλησιάς. Εκ βαθέων η παράκληση και οι μετάνοιες του γονατισμένου εκκλησιάσματος μπροστά στο χρυσαφί τέμπλο, τα αναμάρτητα νιάτα δίπλα στα αμαρτωλά γηρατειά, όταν τα χείλη όλων ψάλλαν:
“Κύριε των Δυνάμεων μεθ’ ημών γενού
άλλον γαρ εκτός Σού βοηθόν ουκ έχομεν”.

Και τα συγκινητικά παινέματα μπροστά στη θεόνυμφη Δέσποινα και τον Δεσπότη Γυιο της, διαβασμένα από τη Σύνοψη, που όσο δύσκολα και ακατάληπτα για το παιδικό μυαλό κι αν ήταν, οι αθώες ψυχές των μαθητών τάνιωθαν σαν μια μυστηριακή δύναμη να τις ποτίζει δέος και γλυκό βάλσαμο σταλμένη από την γλυκοματούσα Παναγιά που της λέγαν το “Άσπιλε αμόλυντε” και τον Παρθενογέννητο Χριστό που τον παρακαλούσαν:
“Δος ημίν Δέσποτα, ύπνον ελαφρόν και
πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον…”

Γλυκά λόγια μιας γλυκιάς εποχής γεμάτης αθωότητα και καλοσύνη.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η καθαρή Δευτέρα πήρε τη θέση της τελευταίας μέρας της αποκριάς με χιλιάδες μασκαράδες που γέμιζαν τις εξοχές και άφθονο γλέντι με λαγάνες, με νηστίσιμα και μη φαγητά. Είχε τόσο πολύ “νηστέψει” στον πόλεμο ο κόσμος, που όλες μαζί οι Καθαροδευτέρες της υπόλοιπης ζωής του δεν θα ξεπλήρωναν την πείνα και την κατοχή που για κάμποσες χρονιές του ξαναθύμιζε με τις αποκριάτικες εμφανίσεις του ο νιοχωρίτης Γιώργος Μαλαντράκης με τις αστείες ιταλογερμανικές παρελάσεις της μασκαρεμένης παρέας του σαν καραμπινιέρης με λοφίο, εκφωνώντας λόγους του Μουσολίνι και του Χίτλερ με ένα λόχο γερμαναράδες με κράνη, σκορπίζοντας κέφι και γέλια στις συντροφιές των εκδρομέων της Καθαρής Δευτέρας”

Read More